Ταξίδι στην Καππαδοκία το 1893

Γεωγραφικά η Καππαδοκία ορίζεται: στα βόρεια από τον ποταμό Άλυ, ανατολικά από τον ποταμό Γκοκ-Σου και το όρος Αντίταυρος, νοτιοανατολικά από το όρος Αλά-Νταγ και τον Αντίταυρο, νότια από το όρος Ταύρος και δυτικά από τη Λυκαονία. Τα γεωγραφικά σύνορα δε συνέπιπταν πάντα με τα πολιτικά, κατά τις διάφορες ιστορικές περιόδους, ιδιαίτερα προς τα βόρεια και προς τα ανατολικά. Στις δύο αυτές κατευθύνσεις έφτασε κατά καιρούς μέχρι τη θάλασσα.
Στο κείμενο αναφέρονται συχνά οι τουρκικές διοικητικές διαιρέσεις, γι’ αυτό είναι χρήσιμο να τις αντιστοιχίσουμε με τις ελληνικές: μουχταρλίκι είναι η κοινότητα (μουχτάρης ο κοινοτάρχης), μουντουρλούκι είναι ο δήμος, καζάς ή καϊμακαμλίκι είναι η επαρχία, μουτασαριφλίκι (ή μουτεσαριφλίκι) ο νομός, βιλαέτι η περιφέρεια.
Οι ταξιδιωτικές εντυπώσεις της κας Σαντρ δεν επικεντρώνονται, βέβαια, στους χριστιανούς της Καππαδοκίας, Έλληνες και Αρμένιους. Αναφέρονται σ’ αυτούς στο βαθμό που ήρθε σε επαφή μαζί τους, αναζητώντας αρχαιότητες και ζητώντας φιλοξενία. Τους εκτιμά ιδιαίτερα, όταν, προσπαθώντας να ξεφύγουν από τη γενικευμένη αμάθεια, στρέφονται προς την ευρωπαϊκή κουλτούρα και μαθαίνουν γαλλικά. Προσέχει να μη δυσαρεστήσει τις Αρχές, που θα χρειαστεί να δώσουν άδεια στο σύζυγό της για μία μελλοντική αποστολή. Ανησυχεί για την αυξανόμενη τουρκική καταπίεση, ενώ ήδη έχουν αρχίσει οι διωγμοί των Αρμενίων. Πού να φανταστεί ότι 20 χρόνια αργότερα οι μεν Αρμένιοι θα έχουν εξοντωθεί, οι δε Έλληνες θα έχουν μεταφερθεί στην Ελλάδα. Δεν δείχνει πάντως να θεωρεί τους Έλληνες ως συνεχιστές της παλιάς ιστορίας της Καππαδοκίας, ούτε βλέπει την Καππαδοκία ως μια περιοχή πολιτιστικά ελληνική. Η ματιά της είναι είτε αρχαιολογική -επηρεασμένη από τις έρευνες του συζύγου της- είτε απλά ταξιδιωτική-δημοσιογραφική. Κρατώντας απόσταση και αποφεύγοντας τις γενικεύσεις, μας δίνει μία αναφορά χρήσιμη εφόσον διηγείται απλά και αντικειμενικά μόνο ό,τι συνάντησε.
Ρωμιοί της Καππαδοκίας

“Αχ τζάνεμ, τι τραβήξαμε μόνο ο Θεός το ξέρει. Στην πατρίδα οι Τούρκοι μας έλεγαν γκιαούρηδες και όταν ήρθαμε εδώ μας φώναζαν τουρκόσπορους!”. Με αυτά τα λόγια ένας Καππαδόκης πρόσφυγας αποτυπώνει το κλίμα που συνάντησαν ερχόμενοι στην Ελλάδα οι τουρκόφωνοι Μικρασιάτες. Πόσο ομαλή ήταν η κοινωνική ένταξη αυτών των προσφύγων στην ελλαδική πραγματικότητα; ποια ήταν η υποδοχή που τους επιφύλαξαν οι γηγενείς; Πού οφείλονταν η άρνηση και η καχυποψία που συνάντησαν οι πρόσφυγες της Ανατολής από τους ντόπιους; Ποιος ο ρόλος της γλώσσας και ποια η σημασία της θρησκείας στη διαμόρφωση της εθνικής συνείδησης; Αυτά είναι τα βασικά ερωτήματα στα οποία απαντά η μελέτη του Μάξιμου Χαρακόπουλου. Ενενήντα δύο χρόνια μετά την τομή που επέφερε στην ιστορία του νεότερου ελληνισμού η Μικρασιατική Καταστροφή, ο συγγραφέας ανασυνθέτει τις ιστορικές και κοινωνικές παραμέτρους της τραυματικής ενσωμάτωσης των Ρωμιών της Καππαδοκίας στη μητέρα πατρίδα.
Μαλακοπή Καππαδοκίας

Η παρούσα μελέτη μας περιέχει τρία μέρη. Στο Α΄ Μέρος που φέρει τον τίτλο “Τα χειρόγραφα του Πέτρου Καρφόπουλου” παρουσιάζονται η πραγματεία του για την Μαλακοπή και η αυτοβιογραφία του, πλαισιωμένες από εισαγωγικά σημειώματά μου και παρατηρήσεις στα “Γλωσσικά της Μαλακοπής” από τον επίκουρο καθηγητή Γλωσσολογίας στο Πανεπιστήμιο Δυτικής Μακεδονίας κ. Σταύρο Καμαρούδη. Το Β΄ Μέρος με τίτλο “Η Μαλακοπή, Κώδικες” περιλαμβάνει περιγραφή των ορίων της Μαλακοπής, όπως παρουσιάζονται στον κώδικα 347 και συμπληρώνονται από τον Λουκά Κανάκη. Ακολούθως εκδίδονται “Ο Κανονισμός της Ορθοδόξου Κοινότητος Μαλακοπής” με εισαγωγικό σημείωμα του καθηγητή της Ιστορίας των θεσμών στο Πάντειο Πανεπιστήμιο κ. Σταύρο Περεντίδη και το “Μαθητολόγιο Αρρένων των εκπαιδευτηρίων της Μαλακοπής (1905 -1924)”, αντίγραφο του οποίου μας παραχώρησε ο Μαλακοπίτης κ. Κορνίλιος Βαζλαματζής, συνταξιούχος έμπορος. Τα πρωτότυπά τους φυλάσσονται στα Γενικά Αρχεία του Κράτους. Σημειωτέον ότι προηγούνται των κειμένων του Κανονισμού και του Μαθητολογίου η παρουσίαση του περιεχομένου τους και η παράθεση των συναγομένων συμπερασμάτων μου που προκύπτουν από την μελέτη τους. Συνεχίζουμε με την έκδοση των “Δικαιοπρακτικών Πράξεων” και των “Πράξεων της επί της Ανταλλαγής βοηθητικής Επιτροπής”, οι οποίες περιέχονται στον Κώδικα Μαλακοπής που είχε στην κατοχή του ο Π. Καρφόπουλος (εφεξής Κώδικας Καρφόπουλου). Παρατίθεται παρουσίαση των εν λόγω εγγράφων από την επιμελήτρια. Τη μετάφραση των καραμανλίδικων εγγράφων επιμελήθηκε ο κ. Αναστάσιος Ιορδάνογλου Τουρκολόγος, επίκουρος καθηγητής στο Τμήμα Βαλκανικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Δυτικής Μακεδονίας. Στο Γ΄ Μέρος ο αναγνώστης περνά από την παλαιά Μαλακοπή της Καππαδοκίας στη Νέα Μαλακοπή Τούμπας Θεσσαλονίκης παρακολουθώντας την εξέλιξη της Νέας Μαλακοπής, την τύχη των κειμηλίων που έφεραν μαζί τους οι πρύσφυγες, κυρίως μέσα από τις μαρτυρίες αυτών, το φωτογραφικό και αρχειακό υλικό που παρατίθεται στο τέλος του τρίτου μέρους. Τέλος παρατίθεται η βιβλιογραφία που χρησιμοποιήθηκε, θεωρήσαμε δε απαραίτητο η παρούσα μελέτη να ολοκληρώνεται με αγγλόγλωσσο τμήμα, όπου παρουσιάζονται επιλεκτικά τμήματα της εν λόγω εργασίας.
Προκόπι

Οι λιγοστές φωτογραφίες από το Νέο Προκόπι της Εύβοιας και από το Προκόπι της Καππαδοκίας, που άλλες δωρήθηκαν στο ΚΜΣ από πρόσφυγες και άλλες είχαν τραβήξει οι συνεργάτες του Κέντρου, κατά το ταξίδι τους εκεί το 1959, υπάκουσαν στη λογική που υπαγόρευε η πλειοψηφία δηλαδή οι φωτογραφίες του Αλεξιάδη. Υποτάχτηκαν να συνοδεύούν το προσκύνημα στα πάτρια εδάφη (δηλώνεται όμως στη λεζάντα το όνομα του φωτογράφου και η χρονολογία λήψης). […] Κάθε εικόνα “σημαίνει”. Ποιος νους μπορεί ή και προς τι να ορίσει το σημαίνον; Κάθε εικόνα μου αφηγείται μια ιστορία, δίπλα σε πολλές άλλες που θα αφηγηθεί η ίδια φωτογραφία σε άλλους. Σίγουρα θα υπάρχουν τυφλά σημεία στις φωτογραφίες, όπως οι αποσιωπήσεις στις προφορικές συνεντεύξεις. Θέλω όμως να πιστεύω ότι εκεί ακριβώς βρίσκεται ο πλούτος και η δυναμική του φυλακισμένου χρόνου και χώρου της φωτογραφίας και της συνέντευξης. Σίγουρα υπάρχει πάντα η αθέατη πλευρά του ορατού, αυτήν που αισθάνεται ο Τουρκοκρητικός Εκμέλ Μολλά, όταν το 1950 επισκέπτεται την Κρήτη και προσπαθεί να την περιγράψει στο βιβλίο του. Αυτήν την αθέατη σε μας πλευρά του ορατού βλέπει και αισθάνεται μόνο ο Στάθης Αλεξιάδης, ο Χατζη-Μουσά και οι άλλοι “εσμερίδες” Τούρκοι, όταν αγκαλιασμένοι ποζάρουν και μας κάνουν να ονειρευτούμε τη συναδέλφωση και την προκοπή.
Οι καλύτερες γεύσεις της μνήνης

Το βιβλίο αυτό είναι μια προσπάθεια του Συλλόγου να διασώσει και να προβάλει την παράδοση του Ελληνισμού της Καππαδοκίας μέσα από τις γευστικές μνήμες μας. Καταγράφει τη σύσταση και τις οδηγίες παρασκευής των μαγειρεμάτων με την πρακτική που προβλέπεται να περιλαμβάνει ένα βιβλίο μαγειρικής. Επιπλέον όμως, δεν παραλείπει να ερευνήσει και να καταγράψει με συντομία το ιστορικό, δηλαδή την πραγματολογική και την ηθική σχέση κάθε διατροφικής συνήθειας με την παράδοση. Εντοπίζονται και επισημαίνονται ενδιαφέρουσες πληροφορίες για τις αντιλήψεις και τις διατροφικές συνήθειες των Μιστιωτών, σε σχέση με την παράδοση των Καππαδοκών, καθώς και σε σχέση με τη μακραίωνη παράδοση του Ελληνισμού στον ελλαδικό και τον μικρασιατικό χώρο. Πραγματικά, η γεύση της μνήμης μας δεν είναι μόνον η γαστριμαργία αλλά είναι και τα ήθη, τα έθιμα, η λαϊκή τέχνη, και ό,τι συνιστά τη μεγάλη δημώδη παράδοση του Ελληνισμού.
Καππαδοκία. Πριν και Μετά

Καππαδοκία, τέλη του 19ου αιώνα. H Κλειώ γεννήθηκε στην Καισάρεια, παντρεύτηκε και έζησε στη γειτονική Mουταλάσκη μέχρι την ανταλλαγή των πληθυσμών και τον ξεριζωμό του 1924. Με αραμπά Kαραμάνι-Mερσίνα, με πλοίο για Κέρκυρα, οδικώς στην Αθήνα… και προσφυγιά. Μια ζωή που εξελίχθηκε σ’ έναν αγώνα για την επιβίωση, για την εξασφάλιση δουλειάς και στέγης, για το δικαίωμα στη διασκέδαση, για τη διατήρηση της προσωπικής αξιοπρέπειας.
O γάμος της Kλειώς στη Mουταλάσκη το 1895 είναι η απαρχή της αφήγησης. Η φιλία δύο νέων, η επιθυμία του ενός να παντρευτεί την αδελφή του άλλου, οι περιπέτειες και ο ιδιαίτερος χαρακτήρας του εμβληματικού πεθερού της Κλειώς αλλά και ο χορός των γυναικών της γειτονιάς της μας ταξιδεύουν πίσω στο χρόνο, στο περιβάλλον όπου έζησαν οι τελευταίοι Έλληνες της Καππαδοκίας.
Η Σύλλη του Ικονίου

Η Σύλλη απείχε 8 χλμ. από το Ικόνιο, την πρωτεύουσα της Λυκαονίας, εντάσσεται όμως πολιτισμικά στην Καππαδοκία. Ήταν μια ανθούσα ελληνική κωμόπολη που διακρινόταν για τον έντονα βυζαντινό χαρακτήρα της, για τις εκκλησίες και τα μοναστήρια της που ήταν λαξευμένα σε βράχους, για τα ιδιόλεκτα ελληνικά που μιλούσαν οι κάτοικοί της και για τα αξιόλογα σχολεία της. Ξεχώριζε επίσης για την ιδιαίτερη επίδοση των κατοίκων της στο εμπόριο, που της χάρισε σημαντικό πλούτο, καθώς και για τα ενδιαφέροντα λαογραφικά της δρώμενα. Ο συγγραφέας, που έλκει την καταγωγή του από την ελληνορθόδοξη αυτή πολίχνη, προσπάθησε έπειτα από πολυετείς έρευνες να ιχνηλατήσει και να ανασυνθέσει την ιστορία της χαμένης αυτής εστίας του μικρασιατικού Ελληνισμού. Η έντονη νοσταλγία των Συλλαίων για την πατρίδα τους και ο αγώνας τους να ορθοποδήσουν μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή αποτέλεσε ένα ακόμη κίνητρο για το ιστοριοδιφικό – λαογραφικό αυτό πόνημα.
Χιογος ας σι χαρισ’

Εκμάθηση της Μιστιώτικης Καππαδοκικής διαλέκτου, με τους χρόνους λέξεων και προτάσεων και προφορά αυτών.

