Ελλάδα 1453 – 1821

Κωνσταντινούπολη. Μια ιστορία τριών πόλεων

Η Κωνσταντινούπολη ήταν ανέκαθεν ένας τόπος όπου οι ιστορίες συγκρούονται με την Ιστορία, όπου το αφήγημα είναι τόσο δυνατό όσο το καθαρό ιστορικό γεγονός. Από το Κοράνιο μέχρι τον Σαίξπηρ, η πόλη με τα τρία ονόματα -Βυζάντιο, Κωνσταντινούπολη, Ιστανμπούλ-, αντηχεί ως ιδέα και ως τόπος, και ξεπερνά τα σύνορά της, πραγματικά και φανταστικά. Η πύλη ανάμεσα στην Ανατολή και τη Δύση, τον Βορρά και τον Νότο έχει λειτουργήσει ως πρωτεύουσα της Ύστερης Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, της Βυζαντινής, της Λατινικής και της Οθωμανικής. Για ένα μεγάλο χρονικό διάστημα της ύπαρξής του, το κοσμοπολίτικο αυτό μέρος ήταν γνωστό απλά ως «Η Πόλη», αλλά, όπως αποκαλύπτει η Μπέτανι Χιουζ, δεν αποτελεί μόνο μια πόλη αλλά μια παγκόσμια ιστορία.
Στο επικό αυτό βιβλίο, η Χιουζ μάς οδηγεί σε ένα μαγευτικό ιστορικό ταξίδι από τη νεολιθική εποχή στο παρόν, μέσω των πολλών ενσαρκώσεων μιας από τις μεγαλύτερες πόλεις, εξερευνώντας τρόπους με τους οποίους η επιρροή της διαμόρφωσε τον ευρύτερο κόσμο. Παράλληλα, αφηγείται την ιστορία όχι μόνο αυτοκρατόρων, βεζίρηδων, χαλίφηδων και σουλτάνων, αλλά των φτωχών και όσων δεν έχουν φωνή, γυναικών και αντρών των οποίων οι προσδοκίες και τα όνειρα επανεφηύραν την Κωνσταντινούπολη.
Κωνσταντινούπολη, η πόλη των απόντων

Επί οκτώ χρόνια ο Αλέξανδρος Μασσαβέτας περιηγήθηκε δρόμο δρόμο τις ιστορικές γειτονιές της Κωνσταντινούπολης ξετρυπώνοντας λησμονημένα εκκλησάκια, γκρεμισμένες συναγωγές, βυζαντινές δεξαμενές γεμάτες σκουπίδια και ερείπια μιας ιστορίας πολύ πρόσφατης. “Η Πόλη των Απόντων” είναι ένα οδοιπορικό στην Κωνσταντινούπολη των “άλλων”: των Ελλήνων, των Λεβαντίνων, των Εβραίων, των Αρμενίων, των Ρώσων. Εκείνων που έζησαν στον τόπο αυτόν για χιλιετίες και σφράγισαν το αστικό τοπίο και την κουλτούρα του, αλλά σήμερα λάμπουν πια διά της απουσίας τους. Πρόκειται για ένα ταξίδι στον χώρο και στον χρόνο, μία προσπάθεια καταγραφής της ιστορίας του κοσμοπολιτισμού της Κωνσταντινούπολης, βυζαντινής και οθωμανικής. Αλλά και για έναν αγώνα απογραφής του τι απομένει στη σημερινή Ιστάνμπουλ των 17 εκατομμυρίων από ένα παρελθόν πολυεθνικό και πολύγλωσσο, που χαρακτήριζε την Πόλη κατά τη μιάμιση χιλιετία κατά την οποία υπήρξε πρωτεύουσα αυτοκρατορική. Στο βιβλίο αυτό, ο Αλέξανδρος Μασσαβέτας συνδέει τον γεμάτο ζωή και ζωντάνια κόσμο του παρόντος των ιστορικών συνοικιών της Πόλης με εκείνον των ιστορικών κατοίκων τους. Έτσι αποκαθιστά τον ιστορικό και κοινωνικό σύνδεσμο ενός χάσματος που για τον επισκέπτη μοιάζει, δικαιολογημένα, αγεφύρωτο. Ταυτόχρονα, όμως, ξεφεύγει από την παγίδα της θρηνωδίας για ένα χαμένο παρελθόν. Παραμερίζοντας τη νοσταλγία και τη μελαγχολία, παραδίνεται στη μαγεία της σημερινής Πόλης που τον τριγυρίζει. Αφήνεται στη χαρά της ανακάλυψης, αγαπά τους μικρόκοσμους που συναντά και τους κατοίκους τους, βιώνει την αγωνία του επερχόμενου τέλους τους. Το τέλος έχει, αυτήν τη φορά, τη μορφή προγράμματος “αστικής εξυγίανσης” – νέος συρμός, κύμα που σαρώνει την Κωνσταντινούπολη, καταστρέφοντας συνοικίες, μνημεία, ζωές, επαγγέλματα και συνήθειες αιώνων.
Πόλη μου, γεύση μου, ζωή μου

Το κουβάρι της Πολίτικης Κουζίνας ξετυλίγει με το νέο της βιβλίο «Πόλη μου, γεύση μου, ζωή μου», η Μαρία Τσεβίκ Συμεωνήδου η οποία γεννήθηκε στα Ταταύλα της Κωσνταντινούπολης και έχει γράψει 6 βιβλία στα Τουρκικά και ένα από αυτά το «Μια Φόρα και Ένα Καιρό/ Bir Varmış Bir Υokmuş».
Έχει τιμηθεί απο τις εκδόσεις DÜNYA KİTAP το γαστρονιμικό βιβλίο της χρονιάς το 2015 και εξακολουθεί να ζει μέχρι σήμερα στην Κωνσταντινούπλη και εξελέγη αντιπρόεδρος στο γαστρονομικό όμιλο της Τουρκιάς απο το 2018 κάνει μαθήματα σεμινάρια και workshop Πολίτικης Κουζίνας στα πανεπιστήμια της Πόλης στα Τμήματα Γαστρονομίας. Επίσης έχει και το δίπλωμα/πλακέτα από τον Όμιλο Αρχέστρατος.
Με το βιβλίο της το «Πόλη μου, Γεύση μου, Ζωή Μου» προσπαθεί να αναπληρώσει ένα κενό στην Πολίτικη βιβλιογραφία με μαρτυρίες Ρωμιών, οι οποίοι ασχολήθηκαν με Πολίτικη Κουζίνα ως επάγγελμα και δημιούργησαν καταστήματα επώνυμα που συνεχίζουν να συμβολίζουν την Πολιτική κουζίνα με μεγάλη επιτυχία. Αναφέρεται στην Πολιτική παράδοση στα φαγητά και στα γλυκά, τους παλιούς και νέους Ρωμιούς εστιάτορες και στους ιστορικούς ζαχαροπλάστες. Τη ζωή, την δυναμικότητα και την δημιουργικότητα με την οποία κατόρθωσαν να επιβληθούν και να δημιουργήσουν ιστορία και παράδοση θαυμαστή μέχρι σήμερα όχι μόνο στην Πόλη αλλά και στην Ελλάδα.Ποιοι είναι αυτοί που ασχολήθηκαν και δημιούργησαν αυτές τις γεύσεις που γευόμαστε ακόμη και σήμερα; Χρειάσθηκαν χιλιετίες, για να διαμορφωθούν οι διάφορες τάσεις στις διατροφικές συνήθειες των κατοίκων της Κωνσταντινούπολης.«….Προσπάθησα να αναφερθώ στην Πολίτικη παράδοση μέσα από τα αφαγητά και τα γλυκά, τους παλιούς και νέους Ρωμιούς Εστιάτορες και τους ιστορικούς ζαχαροπλάστες, στη ζωή, στη δημιουργηκότητα με την οποία κατόρθωσαν να επιβληθούν και να δημιουργήσουν ιστορία και μια παράδοση θαυμαστή μέχρι {…} Βασικά τα γράφω για να τα ξέρουν και οι νέοι, και οι επόμενες γενιές που ζουν στην Πόλη και ειδικά αυτοί που ασχολούνται με την ιστορία της γαστρονομίας, Ποιοι οι κρύβονται πίσω από τα διάσημα αυτά τα ονόματα που ακόμα συνεχίζουν να ομορφαίνουν την καθημερινή ζωή μας στην Πόλη, με τις πλούσιες γεύσεις τους; Ποιοι είναι αυτοί που ασχολήθηκαν και δημιούργησαν αυτές τις γεύσεις που γευόμαστε ακόμα και τώρα, και το πλούσιο έργο και την μετέπειτα επιρροή στον τομέα της Πολίτικης γαστρονομίας» λέει η Μαρία Τσεβίκ Συμεωνήδου
Κωνσταντινουπολίτικη προσωπογραφία

Μια προσπάθεια καταγραφής της “προφορικής ιστορίας” των Ρωµιών της Κωνσταντινούπολης. Περιλαµβάνει συνεντεύξεις που πραγµατοποιήθηκαν σε ευρύ φάσµα Οµογενών της Πόλης και της διασποράς και δηµοσιεύτηκαν στο µηνιαίο περιοδικό της Κωνσταντινούπολης PAROS-ΦΑΡΟΣ και στον Πολίτη των Αθηνών. Μια ιχνηλάτηση του “προφίλ” του Ρωµιού στον αιώνα που διανύουµε, ενός αιώνα όπου κυριαρχεί η πολυ-πολιτισµικότητα, εκτυλίσσονται ραγδαίες κοινωνικές και πολιτικές αλλαγές, δηµιουργούνται προβληµατισµοί στο κοινωνικό σύνολο µέσα στο οποίο ζουν και δραστηριοποιούνται οι άνθρωποι της Πόλης.
Η “προφορική ιστορία” αποτελεί, όµως, και σύνδεσµο µεταξύ των γενεών. Συµβάλλει στη συνειδητοποίηση της κοινής ταυτότητας µιας εθνικής ή θρησκευτικής κοινότητας, καλλιεργεί την αίσθηση του χώρου και του χρόνου στον οποίο ανήκει αυτή και αποτελεί ένα µέσο αναζήτησης της “ιστορικής επίγνωσης”. Οι προφορικές µαρτυρίες αποτελούν έγκυρο τεκµήριο, συµπληρώνουν και εµπλουτίζουν την ιστορία ενός τόπου και µιας κοινότητας.
Κωνσταντινούπολη, στις άγνωστες γειτονιές του Κεράτιου

Γιατί λέγεται πως η Πόλη δεν αλώθηκε, αλλά παραδόθηκε; Γιατί δεν συμμετείχαν όλοι οι πολιορκημένοι στην άμυνά της; Γιατί αναθεμάτισε ο μετέπειτα πατριάρχης Γεννάδιος τον αγωνιζόμενο Κωνσταντίνο Παλαιολόγο; Γιατί δήλωσε ο Πορθητής πως κατακτώντας την Πόλη πήρε την «εκδίκηση των Τρώων»; Έχουν οι Ρωμιοί της Πόλης καταγωγή «βυζαντινή»; Τι φορούσαν οι αυτοκράτορες της Ρωμανίας; Γιατί θεωρήθηκε η Ρουμανία «Βυζάντιο μετά το Βυζάντιο»; Γιατί μιλούσαν οι Εβραίοι της Πόλης ισπανικά; Γιατί έχουν οι Φαναριώτες κακή φήμη; Γιατί αναθεμάτισε ο Γρηγόριος Ε΄ την Ελληνική Επανάσταση; Γιατί έχουν οι περισσότεροι Ελληνορθόδοξοι της Πόλης πρώτη γλώσσα την τουρκική; Γιατί έχουν κηρύξει πόλεμο στο Οικουμενικό Πατριαρχείο οι ρωσικές μυστικές υπηρεσίες; Γιατί πίνουν οι σημερινοί Τούρκοι πολύ περισσότερο τσάι απ’ ό,τι καφέ; Γιατί ήταν η οθωμανική Πόλη γεμάτη ξύλινα κτίσματα και πότε και πώς εξαφανίστηκαν;
Σε αυτές και πολλές άλλες ερωτήσεις ψάχνει απάντηση το παρόν οδοιπορικό, τόσο στις σελίδες της ιστορίας όσο και στους δρόμους της ίδιας της Πόλης. Προσκαλεί τον αναγνώστη να γνωρίσει μία ιστορική περιοχή της Κωνσταντινούπολης κατά μήκος του Κερατίου κόλπου. Οι δρόμοι, τα κτίρια και τα ερείπιά τους αποτυπώνουν την διαδρομή μιας πόλης σε αέναη μετάλλαξη: την μετάβαση από την βυζαντινή στην οθωμανική Πόλη και από εκείνη στην μεγαλούπολη του σήμερα. Παράλληλα σκιαγραφεί όψεις της γεμάτης εντάσεις και αντιφάσεις τουρκικής κοινωνίας των ημερών μας.
Γαλατάς, η ιστορία του λιμανιού της Κωνσταντινούπολης

Το λιμάνι του Γαλατά, που βρίσκεται στο κέντρο της Πόλης και σήμερα αποκαλείται Καράκιοϊ, αποτελεί ένα τμήμα της περιοχής του Πέρα. Από το 1453 έως τα γεγονότα της δεκαετίας του 1960 στην Κύπρο διατήρησε την ονομασία του (Γαλατάς). Αργότερα όμως, από αντίδραση στα προαναφερθέντα γεγονότα, πολλές ελληνικές τοπωνυμίες άλλαξαν. Μεταξύ αυτών ήταν και ο Γαλατάς, ο οποίος μετονομάστηκε σε Καράκιοϊ. Όπως μας πληροφορεί ο Εβλιγιά Τσελεμπή, η περιοχή του Γαλατά, η οποία έσφυζε από τα καπηλειά των Ρωμιών, από Αρμενίους πωλητές και Εβραίους ενεχυροδανειστές, για λόγους καθαρά στρατηγικούς, μετατράπηκε σε μια περιοχή όπου σήμερα υπάρχουν ελάχιστοι Ρωμιοί, κάνα δυο καπηλειά, κάτι ρώσικες εκκλησίες σε δώματα πολυκατοικιών, ένα τουρκορθόδοξο πατριαρχείο με τρεις εκκλησίες και 23 πιστούς, ένα ρωμαίικο σχολείο χωρίς μαθητές, πολλά καταστήματα πωλήσεως ηλεκτρονικών ειδών και διάφορα εργαστήρια παρασκευής μπακλαβά που στεγάζονται στα ιστορικά του χάνια. Σήμερα ο Γαλατάς κατάντησε να είναι μια παράξενη συνοικία χωρίς τις φημισμένες νύχτες του παρελθόντος της. Το βιβλίο «Γαλατάς. Η ιστορία του λιμανιού της Κωνσταντινούπολης» δεν μας παραπέμπει μόνον στην πολυτάραχη και μελαγχολική ιστορία της περιοχής, αλλά θυμίζει έντονα σε μας, τους Πολίτες, τη θλιβερή απώλεια αυτών που χάσαμε.
Θεσσαλονίκη. Κωνσταντινούπολη. Ανατολή

Όταν πρωτοπάτησα το πόδι μου στην πόλη -και δεν ήμουνα καν είκοσι χρόνων-, είπα “εγώ εδώ γεννήθηκα”. Είπα “κισμέτ”! Η τύχη το ‘φερε -πέρα απ’ τις κατά καιρούς πολυήμερες επισκέψεις μου- να τη ζήσω στα γεμάτα την “αυτοκρατορική περίοδό” μου απ’ το 1987 μέχρι το 1995 ως μόνιμος τότε κάτοικός της, ιχνευτής, καθημερινός περιηγητής, παγανιστής και μύστης, απολαμβάνοντας τα ανεξάντλητα μπερεκέτια της – αποθησαυρίζοντας παράλληλα πλούσιο και σπάνιο πολιτιστικό υλικό που δε θα μου ‘φταναν δέκα ζωές να το αξιολογήσω και να το αξιοποιήσω γόνιμα. Η Ανατολή πάλι είναι ο τόπος των προγόνων μου, με τραβάει πάντοτε σα να είναι εκείνη το αυθεντικό λίκνο μου, και είναι, ή καλύτερα, όπως γράφω σ’ ένα κείμενο για την εκ πατρός γιαγιά μου, “η μοίρα μας ήταν να ζούμε ανάμεσα σε δυο πατρίδες, το κορμί μας από δώ, η ψυχή μας από κεί”. Η Θεσσαλονίκη είναι ο τόπος που με διαμόρφωσε, λειτουργεί για την προσωπικότητά μου ως διαρκής πόλος έλξης και απώθησης, και τα δυο αδιαπραγμάτευτα, θανάσιμα. Κάποιοι λόγοι για το τι έχει συμβεί μέσα μου εξηγούνται σε μερικά απ’ τα κείμενα του παρόντος τόμου αφηγημάτων. Αφηγήματα θα τα πω, άλλα είναι ατόφια διηγήματα, άλλα μονογραφίες χαρακτηριστικών προσωπικοτήτων με τις οποίες έχω συνδεθεί ή τις έχω θαυμάσει, κάποια άλλα αναφέρονται σε ιδιαίτερες ατμόσφαιρες που έχω ζήσει ή που έχω “ανθιστεί” στο παρελθόν, τώρα πια χαμένες ανεπιστρεπτί. Το συναξάρι αυτό είναι ένα κομμάτι της προσωπικής μου μυθολογίας. Ένα νοερό νήμα συνδέει τις δύο πόλεις και τη “δική μου” Ανατολή, καθώς είναι οι δύο πολιτείες που με ορίζουν και με το παρελθόν των οποίων βρίσκομαι σε αδιάπτωτη συνομιλία”.
Το μουσείο της αθωότητας

«Ήταν η πιο ευτυχισμένη στιγμή της ζωής μου· δεν το ‘ξερα». Έτσι αρχίζει το καινούργιο αυτό μυθιστόρημα του νομπελίστα συγγραφέα Ορχάν Παμούκ. Ένα βιβλίο για τον έρωτα, την αφοσίωση, το πάθος, τη φιλία, το χρόνο, το δικαίωμά μας στην ευτυχία. Ο συγγραφέας διηγείται στην ερωτική ιστορία του πλούσιου Κεμάλ με τη μακρινή, φτωχή εξαδέλφη του, που αρχίζει μια ανοιξιάτικη μέρα του 1975 και συνεχίζεται μέχρι σήμερα. Ένα μυθιστόρημα που μένει αξέχαστο, όπως αξέχαστα μένουν για πάντα κάποια όνειρα.
Ιστάνμπουλ, Πόλη και αναμνήσεις

“Δεν μπορεί να είναι τόσο χάλια η ζωή” σκέφτομαι καμιά φορά. “Ό,τι και να γίνει, ο άνθρωπος στο τέλος μπορεί να πάει να περπατήσει στον Βόσπορο”.
Ο Ορχάν Παμούκ αφηγείται τα παιδικά και νεανικά του χρόνια. Η αφήγηση ξεκινά από τη στιγμή που ο συγγραφέας αντιλαμβάνεται τον εαυτό του ως “εγώ”, μιλά για την οικογένειά του, αναζητά την πηγή της ευτυχίας και της δυστυχίας στα στενά της Ιστανμπούλ και στα υπέροχα νερά του Βοσπόρου, στρέφεται στους συγγραφείς και τους ζωγράφους -Τούρκους και μη, της Δύσης και της Ανατολής- που συνέβαλαν στην αυτογνωσία τη δική του και της πόλης του. Με ταχύτητα αστυνομικού μυθιστορήματος παρακολουθούμε τη διαμόρφωση του ψυχικού κόσμου του Παμούκ και ανακαλύπτουμε, μέσα από τη διεισδυτική ματιά του, τα σοκάκια της Ιστανμπούλ της δεκαετίας του 1950, τις λιθόστρωτες λεωφόρους της, τα κατεστραμμένα από τις πυρκαγιές ξύλινα αρχοντικά, την εξαφάνιση ενός αλλοτινού κόσμου και πολιτισμού και τις δυσκολίες ανάδυσης ενός καινούριου μέσα στα ερείπια του πρώτου.
Ένα πορτρέτο της θρυλικής πόλης -αυτοπροσωπογραφία επίσης του συγγραφέα- και της χιουζούν, της θλίψης, της μελαγχολίας, της tristesse, του πιο δυνατού και μόνιμου αισθήματος “που μεταδίδουν ο ένας στον άλλο οι κάτοικοι της Ιστανμπούλ και η ίδια η Ιστανμπούλ” και ζει στα ερείπια μιας χαμένης αυτοκρατορίας.
Η αφήγηση, στην εμπλουτισμένη αυτή έκδοση, με 200 επιπλέον φωτογραφίες, συνομιλεί με φωτογραφικό υλικό από το προσωπικό αρχείο του συγγραφέα και φωτογραφίες μεγάλων φωτογράφων, με πρώτο τον Αρά Γκιουλέρ.
Αντίο, Κωνσταντινούπολη

Μια οικογένεια ζει τις τελευταίες ημέρες της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας σ’ ένα αρχοντικό της Κωνσταντινούπολης, η οποία τελεί ήδη υπό κατοχή. Μέσα από την ιστορία του υπουργού Οικονομικών της τελευταίας σουλτανικής κυβέρνησης, ενός διανοούμενου που νιώθει στριμωγμένος μεταξύ ενός κόσμου που γκρεμίζεται κι ενός καινούριου που με κάθε κόστος διεκδικεί το μέλλον, εικονογραφείται η δραματική πτώση μιας μεγάλης αυτοκρατορίας. Η Κουλίν γράφει ένα μυθιστόρημα-ποταμό, συνδυάζοντας με μοναδικό τρόπο την Ιστορία με τη μυθιστορηματική πλοκή, και σκιαγραφεί τελικά μία ιστορία της Κωνσταντινούπολης συναρπαστική, αληθινή και απρόσμενα οικεία στους Έλληνες αναγνώστες.
Η καταιγιστική ιστορία της κατάρρευσης της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας μετά τον Πρώτο Παγκόσμιο πόλεμο, ένα μυθιστόρημα μεγάλου βάθους και συναισθηματικής έντασης
Τουρκική κουζίνα

Η Τούρκικη κουζίνα περιλαμβάνει μεγάλη ποικιλία συνταγών και ο τρόπος μαγειρέματος παρουσιάζει διαφορές από περιοχή σε περιοχή. Είναι επίσης μια από τις πιο εκλεπτυσμένες και υγιεινές κουζίνες στον κόσμο.
Συνδεθείτε μαζί μας

